αίγλη

I
Όνομα μυθολογικών προσώπων.
1. Νύμφη Ναϊάς, σύζυγος του ‘Ήλιου, μητέρα των τριών Χαρίτων. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, πάντως, οι Χάριτες είχαν πατέρα τον Δία και μητέρα την Ευρυνόμη.
2. Κόρη του Ήλιου και της Ροδής ή Κλυμένης.Οι θεοί την έκαναν αίγειρο (λεύκα), από οίκτο, επειδή θρηνούσε τον θάνατο του αδελφού της Φαέθοντα, εκείνη όμως εξακολούθησε να κλαίει, παρά τη μεταμόρφωσή της.
3. Μια από τις Εσπερίδες Νύμφες.
4. Μια από τις 4 κόρες του Ασκληπιού, αδελφή της Πανάκειας, της Υγείας και της Ιασούς. Α. ονομαζόταν και η μητέρα του Ασκληπιού, ενώ τον ίδιο τον αποκαλούσαν Αιγλήεντα και Αιγλάωρα.
5. Κόρη του Αιακίδη Πανοπέα και ερωμένη του Θησέα, ο οποίος εγκατέλειψε για χάρη της την Αριάδνη.
II
(Αστρον.). Μικρός πλανήτης. Ανακαλύφθηκε το 1868 από τον Κότζια στη Μασσαλία. Χρειάζεται 5 έτη, 4 μήνες και 2 μέρες για να κάνει μια πλήρη περιστροφή γύρω από τον Ήλιο. Έχει εκκεντρότητα e = 0,133 και κλίση 1 = 16° 3’ 47’’. Η μέση απόστασή του από τον Ήλιο είναι 3,055 αστρονομικές, μονάδες, δηλαδή περίπου 457 εκατ. χλμ.
* * *
η (Α αἴγλη)
λάμψη, λαμπρότητα
νεοελλ.
επίσης γοητεία, μεγαλοπρέπεια, φωτοστέφανος αγίων (αλλ. δόξα ή άλως)
αρχ.
1. το φως τού ήλιου ή τού φεγγαριού
2. το φως τής ημέρας, φέγγος
3. ακτινοβολία, στιλπνότητα, γυαλάδα, λάμψη
4. γυαλιστερό, αστραφτερό αντικείμενο, κόσμημα
5. φρ. «εἰς αἴγλαν ἔρχομαι», έρχομαι στο φως τής ημέρας, γεννιέμαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Η ρίζα τής λέξης αἰγ- (το –λᾶ/λη μπορεί να θεωρηθεί ως επίθημα) συνδέεται πιθανώς με τη ρίζα aiĝ- «κινούμαι ορμητικά» (πρβλ. ελλ. αἰγανέη*, αρχ. ινδ. ejati «κινούμαι, ανεβαίνω» κ.ά.). Σε διαφορετική ετυμολογία οδηγεί η παραδοχή άμεσης ετυμολογικής σχέσεως μεταξύ δυο γνωστών επιθέτων του Απόλλωνος, τών «Ἀπόλλων Αἰγλάτας» (Ανάφη) και «Ἀπόλλων Ἀσγελάτας» (Ανάφη, Θήρα). Αν τα δυο επίθετα είναι φωνητικές εξελίξεις κοινής ρίζας, τότε το αἴγλη θα πρέπει να παραχθεί από αρχ. τύπο *ἄσγλᾶ (με διφθογγισμό αι από αντέκταση τού α και σίγηση τού -σ-), ο οποίος πιθανώς να συνδέεται με το γελᾶν(-γελᾶτας / -γλᾶτᾶς), που φαίνεται να έχει κάποια σχέση με το αἴγλη (πρβλ. Τ 362)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Αἴγλη — the light of the sun fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴγλῃ — Αἴγλη the light of the sun fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίγλη — η λαμπρότητα, φήμη, δόξα: Η αίγλη της αρχαίας Αθήνας ήταν μεγάλη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αἴγληι — Αἴγλῃ , Αἴγλη the light of the sun fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰγλῶν — Αἴγλη the light of the sun fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰγλῶν — αἴγλη the light of the sun fem gen pl αἰγλάζω to beam brightly fut part act masc voc sg αἰγλάζω to beam brightly fut part act neut nom/voc/acc sg αἰγλάζω to beam brightly fut part act masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴγλαις — Αἴγλη the light of the sun fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴγλην — Αἴγλη the light of the sun fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴγλης — Αἴγλη the light of the sun fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴγλῃσι — Αἴγλη the light of the sun fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.